σύμμετρος

σύμμετρος
η , ο [ος , ον ]
1) симметричный; пропорциональный; соразмерный; 2) соответственный, аналогичный; 3) соизмеримый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "σύμμετρος" в других словарях:

  • σύμμετρος — commensurate with masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμμετρος — η, ο/ σύμμετρος, ον, ΝΜΑ 1. αυτός που έχει με άλλον κοινό μέτρο σε σχέση με κάτι, ανάλογος 2. αυτός που παρουσιάζει συμμετρία, συμμετρικός 3. ισόμετρος νεοελλ. 1. αυτός που γίνεται με μέτρο, αυτός στον οποίο τηρούνται οι αναλογίες («η μελέτη του… …   Dictionary of Greek

  • σύμμετρος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που έχει κοινό μέτρο με κάποιον άλλο ως προς κάτι: Σύμμετροι αριθμοί. 2. αυτός που βρίσκεται σε αρμονία με κάτι άλλο: Οι δαπάνες του είναισύμμετρες προς τα έσοδά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συμμετρότερον — σύμμετρος commensurate with adverbial comp σύμμετρος commensurate with masc acc comp sg σύμμετρος commensurate with neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξύμμετρος — σύμμετρος , σύμμετρος commensurate with masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμετρότατα — σύμμετρος commensurate with adverbial superl σύμμετρος commensurate with neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμετρότατον — σύμμετρος commensurate with masc acc superl sg σύμμετρος commensurate with neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμέτρως — σύμμετρος commensurate with adverbial σύμμετρος commensurate with masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμμετρον — σύμμετρος commensurate with masc/fem acc sg σύμμετρος commensurate with neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμετροτάτῳ — σύμμετρος commensurate with masc/neut dat superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμμετρότερα — σύμμετρος commensurate with neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»